
Μπορεί ο Ντόναλντ Τραμπ να έχει υποστεί πολιτικό πλήγμα από τις ενδιάμεσες εκλογές, ωστόσο εξακολουθεί να αποτελεί έναν εξαιρετικά ισχυρό και απρόβλεπτο παράγοντα, ο οποίος έχει διαρκώς κατά νου την υστεροφημία του, σημειώνουν οι New York Times.
Στον απόηχο μιας εντυπωσιακής εκλογικής ήττας του Ρεπουμπλικανικού Κόμματός του, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις απέφυγαν σε μεγάλο βαθμό να εκφράσουν δημοσίως οποιαδήποτε ικανοποίηση, αναγνωρίζοντας ότι πρέπει να διατηρήσουν καλές σχέσεις με τον Τραμπ.
Δεν γνωρίζουν αν ο Τραμπ, ο οποίος βρίσκεται πλέον σε πολιτική αποδρομή, θα μετατραπεί σε έναν οργισμένο πρόεδρο. Ωστόσο, όπως δήλωσαν αξιωματούχοι και αναλυτές, αντιλαμβάνονται ότι το νέο Κογκρέσο θα έχει μόνο περιορισμένες δυνατότητες να θέσει φραγμούς στην εξωτερική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ. Πιστεύουν, μάλιστα, ότι εκείνος επιθυμεί να αφήσει το προσωπικό του αποτύπωμα όχι μόνο στην Ουάσιγκτον, αλλά και στις διεθνείς υποθέσεις, όπου διαθέτει ευρύ περιθώριο ελιγμών.
Βραχυπρόθεσμα, εκτιμούν ότι θα καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να επιλύσει τις συγκρούσεις στο Ιράν και την Ουκρανία, καθώς και για να διατηρήσει την πίεση προς την Ευρώπη, προκειμένου να αναλάβει μεγαλύτερη ευθύνη για την ίδια της την άμυνα. Θεωρούν, επίσης, δεδομένο ότι ο Τραμπ θα συνεχίσει να επικεντρώνει την προσοχή του στο δυτικό ημισφαίριο, ιδίως στη Βενεζουέλα και την Κούβα.
Οι Ευρωπαίοι θα προσεγγίσουν νέα πρόσωπα στο Κογκρέσο
Κοιτάζοντας προς το μέλλον, οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι θα επιδιώξουν να προσεγγίσουν τα νέα πρόσωπα στο Κογκρέσο, ώστε να κατανοήσουν καλύτερα τις εξελίξεις σε μια μεταβαλλόμενη Αμερική και να προσπαθήσουν να πείσουν μια νέα γενιά πολιτικών και επιχειρηματικών ηγετών ότι η διατλαντική σχέση μπορεί να προσαρμόζεται στις νέες συνθήκες και παραμένει ζωτικής σημασίας για τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της Αμερικής.
«Οι Ευρωπαίοι πρέπει να προσπαθήσουν να διατηρήσουν την κυβέρνηση Τραμπ ενεργά προσηλωμένη στην Ευρώπη. Επομένως, δεν θέλουμε να επιδεινώσουμε ακόμη περισσότερο την κατάσταση» πανηγυρίζοντας για την ήττα του, δήλωσε ο Βόλφγκανγκ Ίσινγκερ, πρώην πρεσβευτής της Γερμανίας στην Ουάσιγκτον και πρόεδρος της Διάσκεψης Ασφαλείας του Μονάχου. «Ας πανηγυρίσουν οι Αμερικανοί. Αν πανηγυρίσουμε εμείς για μια νίκη της αντιπολίτευσης, τότε δεν κάνουμε σωστά τη δουλειά μας».
Ταυτόχρονα, πρόσθεσε, αυτή είναι μια περίοδος κατά την οποία οι Ευρωπαίοι πρέπει να εντείνουν την παρουσία και τη δραστηριοποίησή τους σε ολόκληρη την επικράτεια των Ηνωμένων Πολιτειών. «Υπάρχει μια μικρή πιθανότητα οι Αμερικανοί που λαμβάνουν τις αποφάσεις να αναπτύξουν εκ νέου ενδιαφέρον για την Ευρώπη, όχι ως ένα περιττό βάρος, αλλά ως έναν ενδιαφέροντα και σημαντικό σύμμαχο».
Μόνο κατά τα δύο τελευταία χρόνια, ο Τραμπ έχει επιβαρύνει σοβαρά τις διατλαντικές σχέσεις, αμφισβητώντας τη χρησιμότητα του ΝΑΤΟ, απειλώντας να καταλάβει τη Γροιλανδία από μια χώρα-μέλος της Συμμαχίας και περιορίζοντας την αμερικανική υποστήριξη προς την Ουκρανία, καθώς αυτή αντιμετωπίζει τη ρωσική εισβολή.
Η μακροπρόθεσμη προσδοκία είναι ότι οι σχέσεις θα γίνουν πιο παραγωγικές μετά την εκλογή νέου προέδρου το 2028. Υπάρχει γενική αναγνώριση ότι, ανεξάρτητα από το ποιος θα επικρατήσει στις εκλογές, δεν πρόκειται να επιστρέψουμε στις θερμές σχέσεις της περιόδου Μπάιντεν, δήλωσε ο Τόρστεν Μπέννερ, διευθυντής του Ινστιτούτου Παγκόσμιας Πολιτικής Δημόσιου Συμφέροντος (Global Public Policy Institute) στο Βερολίνο.
Για τους Ευρωπαίους, το δίδαγμα θα πρέπει να είναι σαφές, τόνισε: «Να ενισχύσουμε αποφασιστικά την ικανότητά μας να υπερασπιζόμαστε τους εαυτούς μας χωρίς να εξαρτόμαστε από τις ΗΠΑ, αντί να επιβραδύνουμε τις προσπάθειες που μέχρι στιγμής είναι μόνο χλιαρές, προκειμένου να σταθούμε στα δικά μας πόδια σε στρατιωτικό επίπεδο».
Ιράν και Ουκρανία τα πιο επείγοντα θέματα
Οι πιο άμεσες ανησυχίες αφορούν τους πολέμους στην Ουκρανία και το Ιράν, καθώς και τις αποφάσεις που θα λάβει ο Τραμπ σχετικά με την παρουσία και τη θέση των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων στην Ευρώπη.
Η προσέγγιση του Τραμπ προς τον πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν, με την προσφορά επιχειρηματικών συμφωνιών στους Ρώσους, συναντήσεων υψηλού επιπέδου και τερματισμού της διπλωματικής απομόνωσης της Ρωσίας, έρχεται σε αντίθεση με την ευρωπαϊκή προσπάθεια για ενίσχυση της οικονομικής και διπλωματικής πίεσης προς τη Μόσχα, με στόχο τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία, ενώ παράλληλα υπονομεύει αυτή την προσπάθεια.
Ουκρανοί αξιωματούχοι ανησυχούν ότι ο Τραμπ θα επιχειρήσει να αξιοποιήσει το διάστημα από τώρα έως τη σύγκληση του νέου Κογκρέσου τον Ιανουάριο, προκειμένου να καταβάλει νέες προσπάθειες κατευνασμού του Πούτιν, μεταξύ των οποίων και η διοργάνωση μιας ακόμη συνόδου κορυφής στη Φλόριντα, δήλωσαν δύο ανώτεροι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι.
«Για την Ευρώπη, ο μεγαλύτερος κίνδυνος προέρχεται από την αλλοπρόσαλλη πολιτική του Τραμπ απέναντι στη Ρωσία και την Ουκρανία», δήλωσε η Ντανιέλα Σβάρτσερ, πρόεδρος της Hertie School και καθηγήτρια Ευρωπαϊκής Διακυβέρνησης και Γεωπολιτικής. «Ο κίνδυνος μιας ακόμη στενότερης σύγκλισης μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας εξακολουθεί να υφίσταται, καθώς ο Τραμπ είναι πλέον αποδυναμωμένος».
Οι αμερικανικές προσπάθειες θα συνεχιστούν την επόμενη εβδομάδα, με την προγραμματισμένη τριμερή συνάντηση στο Άμπου Ντάμπι μεταξύ Αμερικανών, Ρώσων και Ουκρανών απεσταλμένων, με αντικείμενο τη συζήτηση μέτρων για την επίτευξη ειρηνευτικής συμφωνίας και μελλοντικών εγγυήσεων ασφαλείας, οι οποίες «ενδέχεται να περιλαμβάνουν ολόκληρη την Ευρώπη», όπως δήλωσε την Πέμπτη ο Τραμπ.
Ευρωπαίοι αξιωματούχοι θα συμμετάσχουν στη συνάντηση, προκειμένου να στηρίξουν την Ουκρανία, αλλά είναι απίθανο να βρεθούν στην αίθουσα των διαπραγματεύσεων. Επίσης, δεν είναι αισιόδοξοι ότι ο Πούτιν είναι διατεθειμένος να προχωρήσει σε σοβαρές διαπραγματεύσεις αυτή την περίοδο, δήλωσαν οι ίδιοι αξιωματούχοι, καθώς ο Ρώσος πρόεδρος συνεχίζει να σφυροκοπά τις μη στρατιωτικές υποδομές της Ουκρανίας, ενόψει ενός δριμύ χειμώνα.
Εάν ο Τραμπ αντιμετωπίζει τον πόλεμο στην Ουκρανία ως ένα εγχείρημα που θα καθορίσει την υστεροφημία του, το ίδιο ισχύει και για τον Πούτιν.
Οι αξιωματούχοι εκτιμούν ότι ο Πούτιν θα περιμένει να δει πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και ποιο θα είναι το αποτέλεσμα των γαλλικών προεδρικών εκλογών την άνοιξη, στις οποίες η Μαρίν Λεπέν, η ακροδεξιά πολιτικός που επιθυμεί να τερματίσει τη γαλλική οικονομική στήριξη προς την Ουκρανία, εξακολουθεί να προηγείται στις δημοσκοπήσεις. Ο Πούτιν διακρίνει επίσης ρωγμές στην Πολωνία και τη Γερμανία, όπου η κυβέρνηση είναι εξαιρετικά αντιδημοφιλής και το βασικό κόμμα της αντιπολίτευσης, η Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), αντιτίθεται στην παροχή βοήθειας προς την Ουκρανία.
Την ίδια στιγμή, ο Τραμπ συνεχίζει να πωλεί αμερικανικά οπλικά συστήματα σε ευρωπαϊκές χώρες, προκειμένου αυτές να τα προωθήσουν στην Ουκρανία, ενώ εξακολουθεί να παρέχει ζωτικής σημασίας πληροφορίες σχετικά με τις εισερχόμενες ρωσικές πυραυλικές επιθέσεις και τις μετακινήσεις στρατευμάτων. Ακόμη και αν αποφασίσει να αποσύρει ορισμένα αμερικανικά στρατεύματα από τις παραδοσιακές βάσεις τους στη Γερμανία, οι Ευρωπαίοι δεν θα δυσαρεστούνταν εάν στη συνέχεια μεταφέρονταν περισσότερες δυνάμεις σε χώρες της πρώτης γραμμής, όπως η Πολωνία.
Όσον αφορά το Ιράν, ο Τραμπ φαίνεται να επιθυμεί τη διεξαγωγή διαπραγματεύσεων αντί της κλιμάκωσης ενός πολέμου, ο οποίος έχει αποδειχθεί εξαιρετικά αντιδημοφιλής μεταξύ των Αμερικανών ψηφοφόρων, εκτιμούν αξιωματούχοι και αναλυτές. Μέχρι στιγμής, έχει απορρίψει τις εκκλήσεις του Μπενιαμίν Νετανιάχου προς αυτή την κατεύθυνση, ο οποίος ασκεί χρέη πρωθυπουργού του Ισραήλ μετά τις εκλογές που δεν ανέδειξαν σαφή νικητή.
Το αβέβαιο πολιτικό μέλλον του Νετανιάχου, καθώς και οι προσπάθειες του κυριότερου αντιπάλου του, Γκάντι Αϊζενκότ, να σχηματίσει κυβέρνηση, αποτελούν πρόσθετους λόγους για να αναβληθεί μια εκστρατεία αεροπορικών βομβαρδισμών, δήλωσε ο Άαρον Ντέιβιντ Μίλερ, πρώην διαπραγματευτής για τη Μέση Ανατολή, ο οποίος σήμερα εργάζεται στο Ίδρυμα Carnegie.
Λίγοι αξιωματούχοι ή αναλυτές πιστεύουν ότι νέα στρατιωτικά πλήγματα θα μπορούσαν να μεταβάλουν ουσιαστικά τη στάση του Ιράν ή την πεποίθησή του ότι μπορεί να αντέξει περισσότερο από τις Ηνωμένες Πολιτείες την ασκούμενη πίεση. Ωστόσο, ένας απογοητευμένος ραμπ ενδέχεται και πάλι να αποφασίσει να κλιμακώσει τον πόλεμο.
«Έχοντας χάσει τον έλεγχο του Κογκρέσου και βλέποντας τον πόλεμο με το Ιράν να μετατρέπεται σε εκλογικό βάρος, ο Τραμπ βρίσκεται πλέον μπροστά σε μια επιλογή: είτε να εξασφαλίσει μια συμφωνία που θα του επιτρέψει να διασώσει τα προσχήματα και να ανακηρύξει τη νίκη του είτε να εντείνει τη στρατιωτική δράση, προκειμένου να ανακτήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων», δήλωσε ο Άλι Βαέζ, ειδικός σε θέματα Ιράν με έδρα τη Γενεύη, ο οποίος εργάζεται στη Διεθνή Ομάδα Κρίσεων (International Crisis Group).
The post Γιατί η Ευρώπη πρέπει να ανησυχεί με τον «πληγωμένο» Τραμπ – Ανάλυση New York Times appeared first on iEidiseis.
* e-koufalia.gr * Ανεξάρτητη ενημέρωση για το Δήμο Χαλκηδόνος

