
Περισσότεροι από 2 εκατομμύρια τόνοι τροφίμων καταλήγουν κάθε χρόνο στα απόβλητα στην Ελλάδα, με περίπου 930.000 τόνους να προέρχονται από τα νοικοκυριά, την ώρα που το 12,7% του πληθυσμού αντιμετωπίζει επισιτιστική ανασφάλεια.
Την ίδια στιγμή, το οργανωμένο λιανεμπόριο τροφίμων εκτιμάται ότι ευθύνεται μόλις για το 4%-5% της συνολικής σπατάλης. Παράλληλα, η Ελλάδα βρίσκεται στην τρίτη υψηλότερη θέση μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ ως προς την κατά κεφαλήν παραγωγή τροφικών αποβλήτων, με περίπου 201 κιλά ανά κάτοικο τον χρόνο.
Τα στοιχεία αυτά παραθέτει, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο γενικός διευθυντής της Ένωσης Σούπερ-Μάρκετ Ελλάδας (ΕΣΕ), Απόστολος Πεταλάς, τονίζοντας την ανάγκη για συστηματική καταγραφή των απωλειών, ενίσχυση των δωρεών και αλλαγή στον τρόπο διαχείρισης των αποβλήτων. Παράλληλα, προτείνει συγκεκριμένες παρεμβάσεις για τον κλάδο, επισημαίνοντας ότι χωρίς αξιόπιστα δεδομένα δεν είναι δυνατή η ουσιαστική αξιολόγηση της προόδου προς τον περιορισμό της σπατάλης τροφίμων.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία για το 2023, περισσότεροι από 2 εκατομμύρια τόνοι τροφίμων σπαταλώνται κάθε χρόνο στην Ελλάδα σε όλα τα στάδια της αλυσίδας αξίας, από την πρωτογενή παραγωγή έως την κατανάλωση στα νοικοκυριά. Τα ελληνικά νοικοκυριά παράγουν κατά μέσο όρο 89 κιλά τροφικών αποβλήτων ανά κάτοικο ετησίως, ποσότητα που αντιστοιχεί συνολικά σε περίπου 930.000 τόνους.
Την ίδια ώρα, το 12,7% του πληθυσμού αντιμετωπίζει επισιτιστική ανασφάλεια. Η συνολική εικόνα κατατάσσει τη χώρα στην τρίτη υψηλότερη θέση μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς την κατά κεφαλήν σπατάλη τροφίμων, με περίπου 201 κιλά ανά κάτοικο ετησίως, εφόσον συνυπολογιστούν όλα τα στάδια της αλυσίδας τροφίμων.
Σημαντικό μέρος του προβλήματος συνδέεται και με τη δυσκολία των καταναλωτών να ερμηνεύσουν σωστά τις ημερομηνίες που αναγράφονται στις συσκευασίες. Μόλις το 22% κατανοεί σωστά την ένδειξη «ανάλωση κατά προτίμηση πριν από» (best before date), με αποτέλεσμα η Ελλάδα να κατατάσσεται στην τρίτη χειρότερη θέση στην ΕΕ ως προς τον συγκεκριμένο δείκτη. Το στοιχείο αυτό αναδεικνύει την ανάγκη για πληρέστερη ενημέρωση των καταναλωτών.
Μόλις 4%-5% η συμμετοχή του οργανωμένου λιανεμπορίου
Παρότι τα σούπερ μάρκετ είναι από τα πιο ορατά σημεία στα οποία εντοπίζονται προϊόντα που δεν διατίθενται πλέον προς πώληση, το οργανωμένο λιανεμπόριο τροφίμων εκτιμάται ότι αντιστοιχεί μόλις στο 4%-5% της συνολικής σπατάλης τροφίμων, σύμφωνα με τον γενικό διευθυντή της ΕΣΕ.
Για την ακριβέστερη αποτύπωση της κατάστασης, η Ένωση πραγματοποιεί εκτεταμένη έρευνα σε συνεργασία με ακαδημαϊκούς και συμβούλους, με αντικείμενο την αναλυτική καταγραφή των αποβλήτων που παράγονται στα σούπερ μάρκετ.
Τα πρώτα αποτελέσματα πιλοτικής καταγραφής σε 15 καταστήματα έδειξαν ότι η εβδομαδιαία ποσότητα αποβλήτων ανά κατάστημα κυμαίνεται από έναν έως 15 τόνους, ανάλογα με τον τζίρο. Με βάση εκτίμηση που αφορά 245 δήμους και 2.500 καταστήματα, η ετήσια παραγωγή αποβλήτων από τα σούπερ μάρκετ υπολογίζεται σε περίπου 100.000 τόνους.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η σύνθεση των αποβλήτων. Σύμφωνα με τον κ. Πεταλά, περίπου το 50% αφορά οργανικά βιοαπόβλητα από τη μαναβική, το 32% χαρτοκιβώτια και πλαστικό φιλμ, το 10% ζωικά υποπροϊόντα (ΖΥΠ), το 3% μικτά απόβλητα, ενώ το υπόλοιπο 5% περιλαμβάνει άλλες κατηγορίες.
Παράλληλα, περισσότερο από το 50% αυτών των αποβλήτων διαχειρίζεται απευθείας από τις ίδιες τις επιχειρήσεις και δεν καταλήγει στους δημοτικούς κάδους. Σε αυτή την κατηγορία περιλαμβάνονται κυρίως χαρτί, πλαστικό φιλμ, ζωικά υποπροϊόντα και βιοαπόβλητα.
Από το ράφι στη δωρεά, την ανακύκλωση ή την απόρριψη
Η απόσυρση ενός προϊόντος από το ράφι δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι αυτό θα καταλήξει στα σκουπίδια. Όπως εξηγεί ο κ. Πεταλάς, ανάλογα με την περίπτωση, ένα προϊόν μπορεί να επιστραφεί στον προμηθευτή, να ανακυκλωθεί, να δωριστεί ή τελικά να καταστεί απόβλητο.
Ωστόσο, δεν υπάρχει ακόμη συγκεκριμένη καταγραφή για το σύνολο της αγοράς όσον αφορά τις ποσότητες τροφίμων που αποσύρονται και τελικά απορρίπτονται. Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι οι μεγαλύτερες απώλειες εντοπίζονται στα οργανικά απόβλητα της μαναβικής, τα οποία αντιστοιχούν στο 48,9% των απωλειών τροφίμων. Πολύ μικρότερες ποσότητες αφορούν γαλακτοκομικά, κρέας, αρτοσκευάσματα και έτοιμα τρόφιμα.
Η ακριβής αποτύπωση των απωλειών παραμένει δύσκολη, ιδιαίτερα στην περίπτωση των φρούτων και των λαχανικών, καθώς εφαρμόζονται διαφορετικές πρακτικές καθαρισμού και διαχείρισης. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί ο ανανάς, καθώς η ποσότητα που απομένει μετά τον καθαρισμό του δεν μπορεί να συγκριθεί εύκολα με το αρχικό βάρος του προϊόντος.
Καθοριστικό ρόλο παίζει, παράλληλα, και η συμπεριφορά των καταναλωτών. Όπως επισημαίνει ο κ. Πεταλάς, η απαίτηση να υπάρχουν πάντα γεμάτα ράφια και προϊόντα με «τέλεια» εμφάνιση ενδέχεται να επηρεάζει τις ποσότητες που αποσύρονται. Στο ίδιο πλαίσιο, εξακολουθεί να υπάρχει σύγχυση μεταξύ των ενδείξεων «ανάλωση έως» και «ανάλωση κατά προτίμηση πριν από».
Πώς μπορούν να αξιοποιηθούν τα τρόφιμα που αποσύρονται
Σύμφωνα με τον γενικό διευθυντή της ΕΣΕ, σημαντικό μέρος των υλικών που αποσύρονται από τα καταστήματα θα μπορούσε να αξιοποιηθεί αντί να καταλήξει στην απόρριψη.
Ειδικότερα, τα οργανικά απόβλητα μπορούν, ανάλογα με την περίπτωση, να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή ζωοτροφών, να οδηγηθούν σε κομποστοποίηση ή να αξιοποιηθούν για την παραγωγή βιοαερίου. Αντίστοιχα, τα πλεονάσματα και οι επιστροφές προϊόντων μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο δωρεάς.
Ωστόσο, δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί η καταγραφή ούτε των ποσοτήτων τροφίμων που δωρίζονται ούτε εκείνων που θα μπορούσαν, με βάση τις σημερινές συνθήκες, να διανεμηθούν για ανθρώπινη κατανάλωση. Η διαμόρφωση σαφούς εικόνας για τις πραγματικές ποσότητες και τις δυνατότητες αξιοποίησης των τροφίμων αποτελεί, επομένως, βασική προϋπόθεση για τον περιορισμό της σπατάλης.
Το ευρωπαϊκό μοντέλο και η χρέωση βάσει βάρους
Στη διαχείριση των αποβλήτων, η Ελλάδα ακολουθεί το μοντέλο της δημοτικής διαχείρισης, όπως συμβαίνει επίσης στη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία, την Πορτογαλία και τη Σουηδία. Αντίθετα, σε χώρες όπως η Γερμανία και η Ολλανδία, μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης αναλαμβάνουν τα ίδια τα σούπερ μάρκετ, τα οποία προμηθεύονται τις σχετικές υπηρεσίες από την αγορά.
Όπως εξηγεί ο κ. Πεταλάς, στην Ελλάδα η δημοτική χρέωση υπολογίζεται κυρίως με βάση τα τετραγωνικά μέτρα των καταστημάτων και όχι την πραγματική ποσότητα των αποβλήτων που παράγουν. Ως εκ τούτου, προκρίνει ως άμεσα εφαρμόσιμη παρέμβαση τη μετάβαση σε σύστημα χρέωσης βάσει βάρους, γνωστό ως PAYT («πληρώνω όσο πετάω»), ώστε το κόστος διαχείρισης να συνδέεται με την πραγματική ποσότητα των αποβλήτων.
Για τη βελτίωση της διαχείρισης στα σούπερ μάρκετ, ο γενικός διευθυντής της ΕΣΕ επισημαίνει τρεις βασικές παρεμβάσεις. Η πρώτη είναι η εφαρμογή της χρέωσης βάσει βάρους (PAYT), ώστε το κόστος να αντανακλά την ποσότητα των αποβλήτων που παράγεται. Η δεύτερη αφορά τον υποχρεωτικό διαχωρισμό τους, με χωριστή συλλογή χαρτονιού, πλαστικού φιλμ και οργανικών αποβλήτων σε όλα τα καταστήματα. Η τρίτη είναι η καθιέρωση ενιαίας καταγραφής και δημοσιοποίησης δεδομένων, ώστε να υπάρχει συγκρίσιμη εικόνα για την παραγωγή και τη διαχείριση αποβλήτων ανά αλυσίδα και κατάστημα.
Παράλληλα, ο κ. Πεταλάς σημειώνει ότι δεν υπάρχει σήμερα ενιαία εικόνα για την πορεία της ελληνικής αγοράς προς την κυκλική οικονομία και το zero waste. Μεταξύ των βασικών εμποδίων περιλαμβάνονται η έλλειψη διαθέσιμου χώρου για τη συλλογή και τον διαχωρισμό των αποβλήτων, οι διαφορετικές προσεγγίσεις στα πληροφοριακά συστήματα και η απουσία επαρκούς συντονισμού.
Οι στόχοι για το 2030
Αναφερόμενος στους στόχους για τον περιορισμό των αποβλήτων τροφίμων, ο κ. Πεταλάς επισημαίνει ότι έως τις 31 Δεκεμβρίου 2030 προβλέπονται δύο βασικές παρεμβάσεις.
Η πρώτη προβλέπει μείωση κατά 10% των αποβλήτων τροφίμων κατά την επεξεργασία και τη μεταποίηση, σε σύγκριση με την ετήσια μέση ποσότητα που καταγράφηκε την περίοδο 2021-2023.
Η δεύτερη αφορά τη μείωση κατά 30% της κατά κεφαλήν ποσότητας αποβλήτων τροφίμων από κοινού στο λιανικό εμπόριο και στις άλλες μορφές διανομής τροφίμων, στα εστιατόρια και στις υπηρεσίες εστίασης, καθώς και στα νοικοκυριά, σε σύγκριση με την ετήσια μέση ποσότητα της περιόδου 2021-2023.
Οι συγκεκριμένοι στόχοι καθιστούν ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη για συστηματική καταγραφή, καλύτερο συντονισμό και υιοθέτηση πρακτικών που περιορίζουν τις απώλειες σε κάθε στάδιο της αλυσίδας τροφίμων.
Τι καταλήγει τελικά στους κάδους των σούπερ μάρκετ
Συνοψίζοντας την εικόνα που καταγράφεται στα καταστήματα, ο κ. Πεταλάς επισημαίνει ότι στους κάδους πίσω από ένα μεγάλο σούπερ μάρκετ καταλήγουν κυρίως μικτά απόβλητα και οργανικά υπολείμματα από τη μαναβική.
Ωστόσο, σημαντικό μέρος αυτών των υλικών θα μπορούσε να αξιοποιηθεί με διαφορετικό τρόπο. Τα οργανικά απόβλητα μπορούν να οδηγηθούν σε κομποστοποίηση, να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή βιοαερίου ή να αξιοποιηθούν για ζωοτροφές. Αντίστοιχα, επιστροφές και πλεονάσματα προϊόντων μπορούν, εφόσον πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις, να διατεθούν μέσω δωρεών.
Το βασικό ζητούμενο είναι να διαμορφωθεί μια ενιαία και αξιόπιστη εικόνα για τις ποσότητες, τις κατηγορίες και τις διαδρομές των τροφικών αποβλήτων, ώστε η προσπάθεια περιορισμού της σπατάλης να περάσει από την καταγραφή στην εφαρμογή συγκεκριμένων μέτρων.
Υπενθυμίζεται ότι η Ένωση Σούπερ-Μάρκετ Ελλάδας (ΕΣΕ) υπέγραψε Εθελοντικό Σύμφωνο Συνεργασίας με το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, το οποίο τίθεται σε εφαρμογή τον Σεπτέμβριο του 2026, με στόχο την πρόληψη και τη μείωση της σπατάλης τροφίμων.
Στο πλαίσιο της συμφωνίας, οι 19 επιχειρήσεις-μέλη της ΕΣΕ συντονίζουν τις δράσεις τους, συμβάλλοντας στην ευρωπαϊκή δέσμευση για μείωση των αποβλήτων τροφίμων κατά 30% στο λιανεμπόριο και τη διανομή έως το 2030. Οι δράσεις περιλαμβάνουν την καλύτερη διαχείριση των αποθεμάτων, τη δωρεά τροφίμων και την ενημέρωση εργαζομένων και καταναλωτών.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
* e-koufalia.gr * Ανεξάρτητη ενημέρωση για το Δήμο Χαλκηδόνος

