
Η Μαρία Καραγιάννη, η χαρακτηριστική μορφή της τραγωδίας της Marfin — η μαυροντυμένη γυναίκα που ζητούσε βοήθεια από το μπαλκόνι του φλεγόμενου κτιρίου — μιλά στον ΣΚΑΪ, με αφορμή τη σύλληψη των δύο ανδρών που κατηγορούνται για τον εμπρησμό της τράπεζας στις 5 Μαΐου 2010, μια τραγωδία που κόστισε τη ζωή στους τρεις συναδέλφους της την 32χρονη Αγγελική Παπαθανασοπούλου, η οποία ήταν τεσσάρων μηνών έγκυος, τον 36χρονο Επαμεινώνδα Τσάκαλη και την 35χρονη Παρασκευή Ζούλια.
Περιγράφει τη σημερινή ημέρα ως ιδιαίτερα δύσκολη, σημειώνοντας πως οι τελευταίες εξελίξεις της υπόθεσης της προκάλεσαν έντονα συναισθήματα ενώ εκφράζει την ελπίδα να αποτελέσουν το τέλος μιας μακράς και επώδυνης διαδρομής.
Παραδέχεται δε πως η διαχείριση, όσων ξυπνούν τα δεδομένα αυτά, είναι συναισθηματικά πολύ δύσκολη για την ίδια, ευχόμενη να πρόκειται πραγματικά για τους δράστες του εμπρησμού.
«Από τον φόβο που ανακαλείται στη μνήμη μου, τον τρόμο για όσα ζήσαμε…μετά έρχεται ο θυμός», αναφέρει χαρακτηριστικά μεταξύ άλλων.
Η Μαρία Καραγιάννη δηλώνει πως δεν γνωρίζει αν θα ήταν σε θέση να μιλήσει στους δράστες, ούτε τι θα μπορούσε να τους πει. Εκφράζει, ωστόσο, την πεποίθηση ότι πρόκειται για ανθρώπους που δεν είχαν ίχνος ανθρωπιάς, καθώς προκάλεσαν μια τόσο μεγάλη καταστροφή χωρίς να λογαριάσουν τις ανθρώπινες ζωές.
Όπως υποστηρίζει, γνώριζαν πολύ καλά ότι μέσα στο κτίριο βρίσκονταν εργαζόμενοι, αφού οι συνάδελφοί της τους παρακαλούσαν να μην πετάξουν τις μολότοφ, φωνάζοντας «είμαστε άνθρωποι μέσα».
Η ίδια, όπως περιγράφει, άκουγε τις κραυγές και τις εκκλήσεις τους από το υπόγειο όπου βρισκόταν. Παρ’ όλα αυτά, εκείνοι δεν δίστασαν να βάλουν φωτιά στο κτίριο.
Δεν υπάρχει λύτρωση, αφού ο θάνατος είναι κάτι μη αναστρέψιμο, τονίζει, αντιλαμβανόμενη την σύλληψη των δραστών περισσότερο ως «ιθική τακτοποίηση στις συνειδήσεις μας» που επικυρώνει το ότι ο δράστης μιας τόση ειδεχθούς πράξης, τιμωρείται.
«Μου είναι αδιανόητο να κυκλοφορούν ελεύθεροι και να χαίρονται τη ζωή τους, και οι άλλοι να είναι νεκροί. Καταλάβατε;», αναφέρει επισημαίνοντας πως και οι επιζώντες ήταν δυνητικά θύματα που επιβίωσαν από τυχαίες συγκυρίες.
Φέρνοντας στη μνήμη της, τις τραγικές ώρες εντός του φλεγόμενου κτιρίου, η επιζήσασα εργαζόμενη της Marfin, θυμάται πως βίωσε επιθανάτια αγωνία επί 40 λεπτά νιώθοντας πως ο ισοφάγος της δεν μπορεί να αντέξει άλλον τον καπνό «και αυτό δεν το λέω έτσι, ούτε από μνήμης… Σαφώς δεν είχα ούτε μνήμη ούτε ψυχραιμία εκείνη την ώρα. Να θυμάμαι… Να σκέφτομαι τέτοια στοιχεία, αλλά αποκαλύφθηκε μετά στη δικογραφία. Εγώ είχα υπολογίσει ότι είναι αρκετός ο χρόνος, γιατί είχα απελπιστεί πραγματικά, και έλεγα ότι δεν έχω άλλη ανάσα».
Η επιζήσασα της τραγωδίας περιγράφει πως η αίσθηση του να μην γνωρίζεις αν την επόμενη στιγμή θα είσαι στη ζωή, αν θα μπορέσεις να ξανααγκαλιάσεις τα παιδιά σου ή αν θα τα δεις ξανά ποτέ, προκαλεί τραγικά συναισθήματα.
«Είναι σαν να μπαίνει ένα δηλητήριο στο μυαλό σου και η απελπισία που προκαλεί είναι απερίγραπτη», συνοψίζει.
«Δεν πίστευα φυσικά. Δηλαδή, δεν ήθελα ούτε στο χειρότερό μου εφιάλτη», αναφέρει δηλώνοντας πως αδυνατούσε να αποδεχτεί το γεγονός πως οι συνάδελφοι της «πέθαναν με αυτόν τον απεχθή τρόπο» ενώ υπογραμμίζει πως μέχρι και σήμερα, 26 χρόνια μετά, είναι σαν να ακούει τη φωνή της Αγγελικής, ενθυμούμενη απόλυτα την χροιά της.
Οι ενοχές και οι εφιάλτες συνεχίστηκαν για καιρό, όπως λέει, με την ίδια να βλέπει συχνά στον ύπνο της τους συνεργάτες της, που χάθηκαν στην τραγωδία.
«Ηθελα να πιστεύω ότι είχαν πάει σε κάποιο ραντεβού, ότι τέλος πάντων εκείνη τη στιγμή δεν ήταν στο κτίριο. Δηλαδή, μου ήταν αδιανόητο να το πιστέψω μέχρι και εκείνο το βράδυ, παρότι έβλεπα στα δελτία ειδήσεων ότι οι άνθρωποί μας δεν είναι στη ζωή», δηλώνει συγκεκριμένα, χαρακτηρίζοντας όσα έζησε σαν κάτι από αυτά που λες «δεν μπορεί να συμβεί, και όμως συνέβη, στο κέντρο της Αθήνας, σε μια τράπεζα».
Η ζωή, προσθέτει, σε αναγκάζει να συνεχίσεις και να ανταποκριθείς στις υποχρεώσεις σου, ωστόσο, οι πρώτοι μήνες μετά την τραγωδία ήταν γεμάτοι απόγνωση και φόβο
Όπως αποκαλύπτει, για έναν ολόκληρο μήνα δεν κατάφερε να βγει από το σπίτι της, καθώς πίστευε ότι οποιοσδήποτε περαστικός θα μπορούσε να στραφεί εναντίον της και να απειλήσει τη ζωή της.
Ο φόβος δεν της επέτρεπε να σκεφτεί ούτε ψύχραιμα ούτε νηφάλια, ενώ η ψυχολογική επιβάρυνση ήταν τόσο έντονη που, όπως λέει, δύσκολα μπορεί να περιγραφεί με λόγια.
Αναφερόμενη στο αίσθημα ενοχής που τη συνόδευε τα επόμενα χρόνια, η ίδια αποκαλύπτει ότι αναρωτήθηκε αμέτρητες φορές γιατί εκείνη κατάφερε να σωθεί, ενώ οι τρεις συνάδελφοί της έχασαν τη ζωή τους.
Όπως σημειώνει, όλοι οι εργαζόμενοι που διασώθηκαν κουβαλούσαν για χρόνια το βάρος της σκέψης μήπως θα μπορούσαν να είχαν κάνει κάτι περισσότερο για να σώσουν και άλλους.
Η Μαρία Καραγιάννη ήταν ο τελευταίος άνθρωπος που απεγκλωβίστηκε από το κτίριο με τη βοήθεια της Πυροσβεστικής.
Πηγή: skai.gr
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
* e-koufalia.gr * Ανεξάρτητη ενημέρωση για το Δήμο Χαλκηδόνος

