Το Φανάρι απέναντι στη ρωσική προπαγάνδα: Γιατί η Ορθοδοξία δεν αντέχει άλλη σιωπή

Της Μαρίνας Ζιώζιου 

Η πρόσφατη ανακοίνωση των «Αρχόντων» του Οικουμενικού Πατριαρχείου είναι γροθιά στο στομάχι. Είναι προειδοποίηση. Είναι ευθεία καταγγελία για το βάθος της ρωσικής επίθεσης κατά του Οικουμενικού Θρόνου και, ταυτόχρονα, υπενθύμιση ότι η Ορθοδοξία δεν μπορεί να παραδοθεί στη λογική της κρατικής ισχύος.

Οι «Άρχοντες» περιγράφουν μια προσπάθεια αποδόμησης του Οικουμενικού Πατριαρχείου μέσα από κρατικούς διαύλους, διπλωματικές αναφορές, ελεγχόμενα μέσα ενημέρωσης, ιστοσελίδες, κοινωνικά δίκτυα, πρόθυμους «αναλυτές» και εκκλησιαστικούς κύκλους που αναπαράγουν το ίδιο αφήγημα.

Ο στόχος δεν είναι μόνο ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος ως πρόσωπο. Είναι ο ίδιος ο θεσμός. Η θέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Ορθοδοξία και η δυνατότητά του να υπηρετεί την ενότητα όταν αυτή τραυματίζεται.

Το Φανάρι απέναντι στη ρωσική προπαγάνδα: Γιατί η Ορθοδοξία δεν αντέχει άλλη σιωπή

Μια παλιά ρωσική…τέχνη με νέα μέσα

Η σημερινή ρωσική προπαγάνδα δεν εμφανίστηκε από το πουθενά. Έχει βαθιές ρίζες στην πολιτική κουλτούρα της ρωσικής κρατικής ισχύος. Από την τσαρική εποχή ακόμη, οι κατασκευασμένοι εχθροί, οι θεωρίες συνωμοσίας και η διασπορά ψευδών πληροφοριών χρησιμοποιήθηκαν ως εργαλεία εσωτερικού ελέγχου και εξωτερικής επιρροής.

Στην ιστορία της ρωσικής παραπληροφόρησης συναντά κανείς από την κυκλοφορία των διαβόητων «Πρωτοκόλλων των Σοφών της Σιών» έως τις αφηγήσεις περί μυστικών δυτικών κέντρων που δήθεν υπονόμευαν διαρκώς τη Ρωσία. Στη σοβιετική περίοδο, αυτή η λογική απέκτησε υπηρεσιακή μορφή μέσα από τα λεγόμενα «ενεργά μέτρα»: μυστικές ή συγκεκαλυμμένες επιχειρήσεις επιρροής, οργανώσεις-βιτρίνες, στήριξη φιλικών πολιτικών δυνάμεων, υποκίνηση αναταραχών και συστηματική διάδοση παραπληροφόρησης.

Όποιος έχει μελετήσει το αρχείο Μιτρόχιν ή τις αναλύσεις ειδικών της ρωσικής πολιτικής, όπως ο Μαρκ Γκαλεότι, γνωρίζει ότι η Μόσχα δεν αντιμετώπισε ποτέ την πληροφορία ως απλό μέσο ενημέρωσης. Τη χρησιμοποίησε ως εργαλείο ισχύος. Ως τρόπο να θολώνει το πεδίο, να διχάζει αντιπάλους, να δημιουργεί αμφιβολίες και να εμφανίζει την επιθετικότητά της ως άμυνα.

Αυτό ακριβώς το σχήμα επανέρχεται σήμερα και στο εκκλησιαστικό πεδίο. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης παρουσιάζεται ως δήθεν όργανο ξένων συμφερόντων. Το Φανάρι δεν αντιμετωπίζεται ως Πρωτόθρονη Εκκλησία της Ορθοδοξίας, αλλά ως «παράγοντας αποσταθεροποίησης». Η τεχνική είναι γνώριμη: πρώτα κατασκευάζεται ο εχθρός, έπειτα πολλαπλασιάζεται το αφήγημα, στο τέλος ζητείται από τους πολλούς να πιστέψουν ότι πρόκειται για αυθόρμητη αγανάκτηση.

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος

Η Ουκρανία ως αφετηρία 

Η ρίζα της σημερινής σύγκρουσης βρίσκεται στο ουκρανικό εκκλησιαστικό ζήτημα. Η υπογραφή του Τόμου Αυτοκεφαλίας για την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας, στις 5 Ιανουαρίου 2019, δεν ήταν για το Φανάρι κίνηση πολιτικής ισχύος. Ήταν πράξη κανονικής ευθύνης. Μια προσπάθεια να θεραπευθεί ένα εκκλησιαστικό τραύμα δεκαετιών και να δοθεί υπόσταση σε έναν λαό που ζητούσε εκκλησιαστική χειραφέτηση.

Για τη Μόσχα, όμως, η ουκρανική Αυτοκεφαλία αντιμετωπίστηκε ως απώλεια ελέγχου. Ως ρήγμα στο αφήγημα του «ρωσικού κόσμου», που θέλει την Ορθοδοξία όχι ως σώμα ελευθερίας και ενότητας, αλλά ως προέκταση γεωπολιτικής επιρροής.

Εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση. Το Πατριαρχείο Μόσχας επικαλείται την κανονική τάξη όταν θέλει να αμφισβητήσει το Φανάρι, αλλά την παρακάμπτει όταν αυτή εμποδίζει τη δική του στρατηγική. Αρνείται να αναγνωρίσει ότι ο Οικουμενικός Θρόνος δεν επινόησε το 2019 τον ρόλο του. Φέρει ιστορική και κανονική ευθύνη που απορρέει από την παράδοση, τους Ιερούς Κανόνες και τη θέση της Κωνσταντινούπολης στην τάξη των Ορθοδόξων Εκκλησιών.

Άλλο η διακονία της ενότητας και άλλο η επιβολή. Άλλο το πρωτείο ευθύνης και άλλο η εξουσιαστική κυριαρχία. Η Μόσχα συγχέει σκόπιμα τα δύο, γιατί μόνο έτσι μπορεί να παρουσιάσει το Φανάρι ως «πρόβλημα» για την Ορθοδοξία. Στην πραγματικότητα, αυτό που την ενοχλεί είναι ότι ο Οικουμενικός Θρόνος δεν υποτάσσεται στη ρωσική εκκλησιαστική γεωγραφία.

Ο Πατριάρχης Μόσχας

Όταν ο Πατριάρχης Μόσχας μιλά από το υπουργείο Εξωτερικών 

Η καθαρότερη εικόνα αυτής της σύμπλευσης εκκλησιαστικής ρητορικής και κρατικής σκοπιμότητας φάνηκε στις 22 Απριλίου 2026. Ο Πατριάρχης Μόσχας Κύριλλος μίλησε από το κτίριο του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών, παρουσία του Σεργκέι Λαβρόφ. Από εκεί αμφισβήτησε ευθέως τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο. 

Η επιλογή του χώρου δεν ήταν τυχαία. Ένας Προκαθήμενος μίλησε από τον χώρο της ρωσικής διπλωματίας. Και όταν ο εκκλησιαστικός λόγος εκφέρεται μέσα από το περιβάλλον της κρατικής ισχύος, παύει να ακούγεται μόνο ως θεολογική θέση. Ακούγεται ως πολιτική γραμμή.

Στην Ελλάδα πάλι κανείς δεν ασχολήθηκε με το ζήτημα. Κι όμως εκεί κρύβεται η ουσία της υπόθεσης. Όταν η κανονική ευθύνη του Οικουμενικού Πατριαρχείου αμφισβητείται με όρους κρατικού συμφέροντος, τότε το ζήτημα δεν αφορά μόνο την Κωνσταντινούπολη. Αφορά ολόκληρη την Ορθοδοξία και τους πολιτικούς μας. 

Το Φανάρι δεν ζητεί να κυβερνήσει τις άλλες Εκκλησίες. Δεν διεκδικεί παπικό πρωτείο. Δεν καταργεί τη συνοδικότητα. Υπερασπίζεται, όμως, την ευθύνη του πρώτου θρόνου. Και αυτή ακριβώς η ευθύνη είναι που η Μόσχα επιχειρεί να ακυρώσει.

Τα δημοσιεύματα

Τα δημοσιεύματα

Η Βουλγαρία και η «κόκκινη γραμμή» για τον Κύριλλο

Στο ίδιο κάδρο μπαίνει πλέον και η στάση της Βουλγαρίας απέναντι στο 21ο πακέτο κυρώσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά της Ρωσίας. Η Σόφια αρνήθηκε να στηρίξει την προτεινόμενη μορφή του πακέτου, αντιδρώντας, μεταξύ άλλων, στη συμπερίληψη του Πατριάρχη Μόσχας και Πασών των Ρωσιών Κυρίλλου στη λίστα των προσώπων υπό κυρώσεις.

Το επιχείρημα της βουλγαρικής πλευράς ήταν ότι οι κυρώσεις κατά του επικεφαλής της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας συνιστούν παρέμβαση στις θρησκευτικές υποθέσεις και ότι θα είχαν κυρίως συμβολικό, όχι πρακτικό, χαρακτήρα. 

Η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε επιχειρήσει και στο παρελθόν να τον συμπεριλάβει σε λίστα κυρώσεων. Το θέμα δεν είναι νέο. Ο Κύριλλος έχει βρεθεί ξανά στο στόχαστρο λόγω της στενής του σχέσης με τον Βλαντίμιρ Πούτιν και της στάσης του απέναντι στον πόλεμο. Το γεγονός ότι η συζήτηση επανέρχεται δείχνει πως η Ευρώπη αντιλαμβάνεται σταδιακά ότι η ρωσική επιρροή δεν περνά μόνο μέσα από τράπεζες, ολιγάρχες, ενεργειακές εταιρείες ή στρατιωτικές δομές. Περνά και μέσα από την εργαλειοποίηση της θρησκείας. Η βουλγαρική στάση, επομένως, δεν είναι μια δευτερεύουσα διπλωματική λεπτομέρεια. Είναι σύμπτωμα. Δείχνει πόσο δύσκολο παραμένει για την Ευρώπη να αντιμετωπίσει τη ρωσική επιρροή όταν αυτή ντύνεται με θρησκευτικό μανδύα. 

Τα δημοσιεύματα

Τα δημοσιεύματα

Η επίθεση δεν είναι αυθόρμητη

Το σοβαρότερο στοιχείο στην παρέμβαση των «Αρχόντων» είναι η καταγγελία ότι η επίθεση κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου δεν προέρχεται από μεμονωμένες φωνές. Περιγράφεται μια εκστρατεία που κινείται ταυτόχρονα σε πολλά επίπεδα: κρατικές υπηρεσίες, διπλωματικοί δίαυλοι, ρωσικά και φιλορωσικά μέσα, ιστοσελίδες, κοινωνικά δίκτυα και εκκλησιαστικά ακροατήρια που λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές του ίδιου μηνύματος.

Τα δημοσιεύματα

Η επίθεση της ρωσικής Υπηρεσίας Εξωτερικών Πληροφοριών, στις 12 Ιανουαρίου 2026, κατά του Οικουμενικού Πατριάρχη υπήρξε αποκαλυπτική. Οι χαρακτηρισμοί που χρησιμοποιήθηκαν δεν ανήκουν σε εκκλησιαστικό λόγο. Δεν υπηρετούν διάλογο. Σκοπεύουν στη σπίλωση.

Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι το αφήγημα αναπαράχθηκε ταχύτατα σε πολλές γλώσσες και σε διαφορετικά ακροατήρια. Έγινε «είδηση», σχόλιο, ανάλυση, ανάρτηση και τελικά εικόνα. Η εικόνα που επιχειρείται να κατασκευαστεί είναι μία: ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης δήθεν διχάζει την Ορθοδοξία, ότι το Φανάρι δήθεν ενεργεί αντικανονικά, ότι η Κωνσταντινούπολη δήθεν υπηρετεί αλλότρια συμφέροντα.

Τα δημοσιεύματα

Η Αφρική ως καθρέφτης της αντίφασης

Αν υπάρχει ένα πεδίο όπου η αντίφαση της Μόσχας γίνεται κραυγαλέα, αυτό είναι η Αφρική. Μετά την αναγνώριση της Αυτοκεφαλίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, το Πατριαρχείο Μόσχας προχώρησε στη δημιουργία δικής του Πατριαρχικής Εξαρχίας στην αφρικανική ήπειρο. Με απλά λόγια, εισήλθε σε κανονικό χώρο άλλου Πρεσβυγενούς Πατριαρχείου.

Κι εδώ καταρρέει το επιχείρημα περί υπεράσπισης των Ιερών Κανόνων. Δεν μπορεί το Πατριαρχείο Μόσχας να μιλά για ενότητα και να ενεργεί με τρόπο που βαθαίνει τη διαίρεση. Δεν μπορεί να επικαλείται την παράδοση επιλεκτικά, μόνο όταν εξυπηρετεί τις δικές της επιδιώξεις. Αυτό δεν είναι εκκλησιαστική οικονομία. Είναι ξεκάθαρα εκκλησιαστική γεωπολιτική.

Η σιωπή των Πρεσβυγενών Πατριαρχείων

Εδώ αρχίζει και η ευθύνη των υπολοίπων. Διότι το Φανάρι δεν μπορεί -και δεν πρέπει- να σηκώνει μόνο του το βάρος μιας επίθεσης που αφορά ολόκληρη την Ορθοδοξία. Η στάση των Πρεσβυγενών Πατριαρχείων δεν μπορεί να μένει έξω από την κριτική. Η σιωπή, σε τέτοιες στιγμές, δεν είναι ουδετερότητα. 

Ιδίως το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων οφείλει να απαντήσει στο ερώτημα που αιωρείται: μπορεί ένα Πρεσβυγενές Πατριαρχείο, με Έλληνα Προκαθήμενο και με ιστορικό βάρος για όλη την Ορθοδοξία, να παρακολουθεί, σχεδόν αμέτοχο, την οργανωμένη σπίλωση του Οικουμενικού Πατριαρχείου και προσωπικά του κ. Βαρθολομαίου; Μπορεί να επικαλείται την ανάγκη ισορροπιών όταν η ίδια η κανονική τάξη υπονομεύεται; 

Δεν ζητείται από κανέναν να υιοθετήσει πολεμική γλώσσα. Ζητείται, όμως, καθαρότητα. Να ειπωθεί ότι η διαφωνία δεν μπορεί να μετατρέπεται σε εκστρατεία σπίλωσης. Ότι η κανονική τάξη δεν μπορεί να γίνεται λάστιχο ανάλογα με τις επιθυμίες της Μόσχας. 

Οικουμενικός Πατριάρχης

Το πραγματικό ερώτημα για την Ορθοδοξία

Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν η Μόσχα διαφωνεί με το Φανάρι. Αυτό είναι γνωστό. Το ερώτημα είναι αν η Ορθοδοξία θα ανεχθεί να λοιδορείται ο Οικουμενικός Πατριάρχης, να αμφισβητείται συστηματικά ο Οικουμενικός Θρόνος και να δημιουργούνται παράλληλες εκκλησιαστικές πραγματικότητες με όρους ισχύος.

Οι «Άρχοντες» παίρνουν θέση γιατί το θέμα δεν αφορά μόνο την Κωνσταντινούπολη. Αφορά κάθε Ορθόδοξη Εκκλησία που αύριο μπορεί να βρεθεί απέναντι σε παρόμοια πίεση. Αν σήμερα αποδυναμωθεί το Φανάρι, αύριο η κανονική τάξη θα είναι ευκολότερο να καμφθεί όπου ενοχλεί. Η Μόσχα έχει μέσα, δίκτυα και κρατική στήριξη. Έχει μηχανισμούς που μπορούν να πολλαπλασιάσουν ένα αφήγημα μέχρι να μοιάζει με πραγματικότητα. 

Το Φανάρι δεν τα χρειάζεται όλα αυτά γιατί έχει κάτι βαθύτερο: μνήμη, κανόνες, ιστορική ευθύνη και τη θέση του στην Εκκλησία. Αυτά υπερασπίζονται οι «Άρχοντες» του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Υπερασπίζονται την ιδέα ότι η Ορθοδοξία δεν μπορεί να διοικείται από φόβο, ούτε από μηχανισμούς παραπληροφόρησης.

Πηγή: skai.gr