
Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 89 ετών ο Τζον Ντ. «Τζέι» Ροκφέλερ IV, γόνος μιας από τις πλουσιότερες και πιο επιδραστικές οικογένειες των Ηνωμένων Πολιτειών και επί τρεις δεκαετίες γερουσιαστής των Δημοκρατικών.
Σύμφωνα με τη Washington Post, ο Ροκφέλερ πέθανε την Παρασκευή (6/11) στο σπίτι του στην Ουάσιγκτον, χωρίς η οικογένειά του να γνωστοποιήσει τα αίτια του θανάτου του.
Ήταν δισέγγονος του μεγιστάνα του πετρελαίου Τζον Ντ. Ροκφέλερ και γόνος μιας οικογένειας που δημιούργησε μια πολιτική δυναστεία, στην οποία περιλαμβανόταν και ο θείος του, ο Κυβερνήτης της Νέας Υόρκης Νέλσον Ροκφέλερ.
Η πορεία του
Ο Ροκφέλερ, ένας ψηλός, χαμηλών τόνων Δημοκρατικός με προοδευτικές αντιλήψεις, εξελέγη το 1984 για την πρώτη από τις πέντε εξαετείς θητείες του στη Γερουσία, εκπροσωπώντας τη Δυτική Βιρτζίνια, αφού προηγουμένως είχε διατελέσει για δύο θητείες κυβερνήτης της πολιτείας, της οποίας η οικονομία βασιζόταν στην εξόρυξη άνθρακα.
Το 2002, ο Ροκφέλερ ψήφισε υπέρ της πρότασης του Ρεπουμπλικανού προέδρου Τζορτζ Μπους για την εξουσιοδότηση του πολέμου στο Ιράκ, ο οποίος ξεκίνησε με την αμερικανοκίνητη εισβολή
το 2003. Αργότερα εξέφρασε τη μεταμέλειά του για εκείνη την ψήφο και, ως επικεφαλής της Επιτροπής Πληροφοριών της Γερουσίας, κατηγόρησε τον Μπους ότι οδήγησε τη χώρα σε πόλεμο με «ψευδή προσχήματα».
Από το Χάρβαρντ στη φτωχή Δυτική Βιρτζίνια
Η ζωή του Τζέι Ροκφέλερ, ο οποίος γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη, άλλαξε πορεία μετά την αποφοίτησή του από το Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, όταν συμμετείχε σε πρόγραμμα εθνικής κοινωνικής υπηρεσίας σε φτωχές αγροτικές περιοχές της Δυτικής Βιρτζίνια, από το 1964 έως το 1966.
Όταν ανέλαβε δημόσια αξιώματα, εργάστηκε για τη διεύρυνση της πρόσβασης στην υγειονομική περίθαλψη, την καταπολέμηση της φτώχειας, την εξασφάλιση υγειονομικών παροχών για τους ανθρακωρύχους και τη στήριξη των βετεράνων των ενόπλων δυνάμεων.
Ως γερουσιαστής, διαδραμάτισε ρόλο στη διαμόρφωση του προγράμματος που δημιουργήθηκε το 1997 και μέσω του οποίου η ομοσπονδιακή κυβέρνηση των ΗΠΑ βοηθά τις πολιτείες να παρέχουν ιατροφαρμακευτική κάλυψη σε εκατομμύρια ανασφάλιστα παιδιά.
Ο Ροκφέλερ υποστήριξε την αποτυχημένη πρόταση του Δημοκρατικού προέδρου Μπιλ Κλίντον, τη δεκαετία του 1990, για σχεδόν καθολική ασφαλιστική κάλυψη υγείας. Στη συνέχεια, αγωνίστηκε υπέρ της επιτυχημένης προσπάθειας του Δημοκρατικού προέδρου Μπαράκ Ομπάμα για τη μεταρρύθμιση του συστήματος υγειονομικής περίθαλψης, η οποία θεσμοθετήθηκε το 2010.
Κατά τη συζήτηση για τη μεταρρύθμιση Ομπάμα, ο Ροκφέλερ επιχείρησε, χωρίς επιτυχία, να προωθήσει τη δημιουργία ενός δημόσιου προγράμματος ασφάλισης υγείας, διαθέσιμου στο σύνολο του πληθυσμού, επιπλέον των ήδη υφιστάμενων προγραμμάτων για τους φτωχούς και τους ηλικιωμένους. Στόχος του ήταν να προσφέρει μια εναλλακτική λύση απέναντι στα ιδιωτικά ασφαλιστικά προγράμματα, τα οποία μπορούσαν να είναι ακριβά και να αποκλείουν ορισμένες κοινωνικές ομάδες.
«Η υπεράσπιση όσων έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη υπήρξε η αποστολή της ζωής μου και δεν θα σταματήσω ποτέ να αγωνίζομαι για να κάνω τη διαφορά για τους ανθρώπους που σημαίνουν τόσο πολλά για μένα», είχε δηλώσει ο Ροκφέλερ το 2013, όταν ανακοίνωσε, σε ηλικία 75 ετών, ότι δεν θα διεκδικούσε έκτη θητεία στη Γερουσία.
Η ψήφος για τον πόλεμο στο Ιράκ και η σκληρή κριτική στον Μπους
Πριν από την εισβολή στο Ιράκ, η κυβέρνηση Μπους είχε επιχειρήσει να δικαιολογήσει τον πόλεμο επικαλούμενη πληροφορίες των υπηρεσιών πληροφοριών, σύμφωνα με τις οποίες το Ιράκ διέθετε οπλοστάσιο όπλων μαζικής καταστροφής, τα οποία στην πραγματικότητα δεν υπήρχαν.
Παράλληλα, είχε προβάλει ισχυρισμούς περί διασυνδέσεων της ιρακινής ηγεσίας με το δίκτυο της Αλ Κάιντα, το οποίο ευθυνόταν για τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η Επιτροπή για την 11η Σεπτεμβρίου διαπίστωσε αργότερα ότι δεν υπήρχαν αξιόπιστα στοιχεία που να αποδεικνύουν εμπλοκή του Ιράκ στις επιθέσεις.
«Αν γνώριζα τότε όσα γνωρίζω σήμερα, θα είχα ψηφίσει κατά», είχε δηλώσει ο Ροκφέλερ στην εφημερίδα Charleston Gazette το 2004, αναφερόμενος στην απόφαση του 2002 για την εξουσιοδότηση του πολέμου.
«Πιστεύω ότι οι πληροφορίες των υπηρεσιών πληροφοριών διαμορφώθηκαν με συγκεκριμένο τρόπο. Και πιστεύω ότι και η ερμηνεία αυτών των πληροφοριών διαμορφώθηκε ανάλογα. Είχαμε έναν πρόεδρο που, όπως γνωρίζουμε πλέον, ήταν αποφασισμένος να προχωρήσει σε πόλεμο», είχε προσθέσει.
Έκθεση της Επιτροπής Πληροφοριών της Γερουσίας, που δημοσιεύθηκε το 2008, όταν πρόεδρός της ήταν ο Ροκφέλερ, υποστήριζε ότι ο Μπους, ο αντιπρόεδρος Ντικ Τσέινι και άλλοι υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι είχαν υπερβάλει ως προς τα ευρήματα των υπηρεσιών πληροφοριών και είχαν αγνοήσει τις διαφωνίες στο εσωτερικό των αμερικανικών υπηρεσιών σχετικά με τα όπλα του Ιράκ και τις αμφισβητούμενες σχέσεις του με την Αλ Κάιντα.
Η έκθεση απέρριπτε επίσης τις προπολεμικές δηλώσεις του Μπους και του Τσέινι ότι το Ιράκ θα μπορούσε να προμηθεύσει την Αλ Κάιντα με όπλα μαζικής καταστροφής. «Το να παρουσιάζεται στον αμερικανικό λαό ότι οι δύο πλευρές είχαν μια επιχειρησιακή συνεργασία και αποτελούσαν μια ενιαία, αδιαχώριστη απειλή ήταν θεμελιωδώς παραπλανητικό και οδήγησε τη χώρα σε πόλεμο με ψευδή προσχήματα», είχε δηλώσει ο Ροκφέλερ κατά τη δημοσιοποίηση της έκθεσης.
Κατά τη θητεία του στη Γερουσία, διετέλεσε επίσης επικεφαλής των Επιτροπών Εμπορίου, Επιστημών και Μεταφορών, καθώς και Υποθέσεων Βετεράνων.
Η βαριά κληρονομιά της δυναστείας Ροκφέλερ
Ο Τζέι Ροκφέλερ γεννήθηκε στις 18 Ιουνίου 1937, λίγες εβδομάδες μετά τον θάνατο του προπάππου του, ο οποίος υπήρξε ο πλουσιότερος άνθρωπος της Αμερικής. Το επώνυμο Ροκφέλερ συνοδευόταν από ιδιαίτερα υψηλές προσδοκίες.
Ο πατέρας του ήταν γνωστός φιλάνθρωπος. Ο θείος του, Νέλσον Ροκφέλερ, διετέλεσε αντιπρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών και κυβερνήτης της Νέας Υόρκης. Ένας άλλος θείος του, ο Ντέιβιντ Ροκφέλερ, ήταν επικεφαλής της Chase Manhattan Bank, ενώ ο θείος του Γουίνθροπ Ροκφέλερ διετέλεσε κυβερνήτης του Άρκανσο.
Ο Τζέι Ροκφέλερ εξελέγη στο νομοθετικό σώμα της Δυτικής Βιρτζίνια το 1966, πριν συμπληρώσει τα 30 του χρόνια, και το 1968 εξελέγη υπουργός Επικρατείας της πολιτείας (Secretary of State).
Το 1972 διεκδίκησε ανεπιτυχώς τη θέση του κυβερνήτη. Στη συνέχεια διετέλεσε πρόεδρος κολεγίου, προτού εκλεγεί κυβερνήτης της Δυτικής Βιρτζίνια το 1976.
Ο Ροκφέλερ, ο οποίος εξελίχθηκε σε ένα από τα πλουσιότερα μέλη του Κογκρέσου, δαπάνησε εκατομμύρια δολάρια από την προσωπική του περιουσία για να χρηματοδοτήσει την επιτυχημένη προεκλογική του εκστρατεία για τη Γερουσία το 1984.
Ορισμένες φορές βρέθηκε στη σκιά του άλλου γερουσιαστή της πολιτείας του, Ρόμπερτ Μπερντ, ο οποίος πέθανε το 2010, σε ηλικία 92 ετών, έχοντας διατελέσει το μακροβιότερο μέλος του Κογκρέσου στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών.
Ο Ροκφέλερ υποστήριζε συνήθως τις βιομηχανίες άνθρακα και χάλυβα της πολιτείας του. Ωστόσο, το 2012 προκάλεσε την οργή στελεχών της βιομηχανίας άνθρακα, όταν αντιτάχθηκε στις προσπάθειες των Ρεπουμπλικανών να εμποδίσουν τη θέσπιση κανόνων για τον περιορισμό των εκπομπών ρύπων από εργοστάσια ηλεκτροπαραγωγής που χρησιμοποιούσαν άνθρακα.
Ήταν παντρεμένος με τη Σάρον Πέρσι Ροκφέλερ, στέλεχος της δημόσιας τηλεόρασης, με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά.
The post Πέθανε ο Τζέι Ροκφέλερ, γόνος της θρυλικής δυναστείας των ΗΠΑ appeared first on iEidiseis.
* e-koufalia.gr * Ανεξάρτητη ενημέρωση για το Δήμο Χαλκηδόνος

